πευκήεις

πευκήεις

πευκήεις, εσσα, εν, mit Fichten bewachsen, sichtenreich; οὔρεα, D. Per. 678; νῆσος, Orph. Arg. 1194; aus Fichten gemacht, Ἥφαιστος, d. i. das Feuer der Pechfackeln, Soph. Ant. 123; σκάφος, Eur. Andr. 864; sp. D. – Uebh. scharf durchdringend, herb u. spitz, ὀλολυγμός Aesch. Ch. 381, auch κέντρα, Opp. Hal. 2, 457.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πευκήεις — και δωρ. τ. πευκάεις, εσσα, εν, Α 1. (για τόπο) γεμάτος πεύκα, πευκόφυτος («νῆσον πευκήεσσαν», Ορφ.) 2. κατασκευασμένος από ξύλο πεύκου («πευκᾱεν σκάφος», Ευρ.) 3. πικρός, διαπεραστικός («πευκαεντ ὀλολυγμόν», Οππιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πεύκη + κατάλ …   Dictionary of Greek

  • πευκᾶεν — πευκήεις pine covered masc voc sg (doric) πευκήεις pine covered neut nom/voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πευκῆεν — πευκήεις pine covered masc voc sg πευκήεις pine covered neut nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πευκήεντα — πευκήεις pine covered neut nom/voc/acc pl πευκήεις pine covered masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πευκήεντος — πευκήεις pine covered masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πευκήεσσαν — πευκήεις pine covered fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πευκάενθ' — πευκά̱εντα , πευκήεις pine covered neut nom/voc/acc pl (doric) πευκά̱εντα , πευκήεις pine covered masc acc sg (doric) πευκά̱εντι , πευκήεις pine covered masc/neut dat sg (doric) πευκά̱εντε , πευκήεις pine covered masc/neut nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πευκήεντ' — πευκήεντα , πευκήεις pine covered neut nom/voc/acc pl πευκήεντα , πευκήεις pine covered masc acc sg πευκήεντι , πευκήεις pine covered masc/neut dat sg πευκήεντε , πευκήεις pine covered masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -όεις — όεσσα, όεν (Α όεις, όεσσα, όεν) παραγωγική κατάληξη πολλών επιθέτων τής οποίας αρχική μορφή θεωρείται η εις, εσσα, εν, που σχητίστηκε από ουσ. με επίθημα Fεντ (< IE * went , πρβλ. αρχ. ινδ. και αβεστ. vant : rupa vant «όμορφος» < rupa… …   Dictionary of Greek

  • πευκάεις — εσσα, εν, Α βλ. πευκήεις …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”