ἄφ-ιξις

ἄφ-ιξις

ἄφ-ιξις, , 1) das Ankommen, Her. 5, 49 in ion. Form ἄπιξις; Din. 2, 5; Plat. Einst. VII, 327 ae, ἡ εἰς Σικελίαν, ἡ παρὰ Διονύσιον. – 2) Rückkehr, Plat. Legg. IX, 868 a; οἴκαδε Dem. epist. 1. – 3) das Weggehen, Abreise, εἰς τοὺς πολεμίους ἄφιξιν ποιεῖσϑαι Dem. 5, 8; Herodian. 1, 7, 2; N. T – Bei Aesch. Suppl. 478 = ἱκεσία.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ίξις — ἵξις, εως, ιων. τ. ἴξις, ἡ (Α) [ίκω] 1. άφιξη, ερχομός 2. διάβαση, πέρασμα 3. διεύθυνση 4. κατακόρυφη γραμμή 5. φρ. «κατ ἴξιν» α) κατά τη διεύθυνση κάποιου, κατευθείαν προς κάτι β) στην ίδια γραμμή, στην ίδια διεύθυνση με κάτι …   Dictionary of Greek

  • ἵξις — ἵξῑς , ἵξις coming fem acc pl (epic doric ionic aeolic) ἵξις coming fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράμ(ε)ιξις — ἡ, Α [παραμείγνυμι] ανάμιξη, ανακάτωμα …   Dictionary of Greek

  • ἵξει — ἵξις coming fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἵξεϊ , ἵξις coming fem dat sg (epic) ἵξις coming fem dat sg (attic ionic) ἵ̱ξει , ἵκω come fut ind act 3rd sg ἵζω si sd o aor subj act 3rd sg (epic doric) ἱκνέομαι come fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἵξηι — ἵξις coming fem dat sg (epic) ἵξῃ , ἵκω come aor subj act 3rd sg ἵξῃ , ἵζω si sd o aor subj mid 2nd sg (doric) ἵξῃ , ἵζω si sd o aor subj act 3rd sg (doric) ἵξῃ , ἱκνέομαι come fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἵξιν — ἵξις coming fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἵξιος — ἵξις coming fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АВТАРКИЯ — (от греч. autarkeia самоудовлетворенность) состояние независимости от внешнего мира, в т.ч. и от др. людей. Термин употреблялся Платоном и Аристотелем; киренаики и стоики считали А., или «самодостаточность», жизненным идеалом. Философия:… …   Философская энциклопедия

  • ПРИСПЕШНИК — Слово приспешник в современном русском языке принадлежит риторическому обличительному стилю. Оно носит яркую окраску презрительной иронии (ср. газетное выражение: приспешники буржуазии). Его значение помощник, сообщник, прихвостень оторвано и… …   История слов

  • ήξις — ἧξις, ἡ (Α) άφιξη, ερχομός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήκω. Άλλη ανάγνωση τού ίξις*] …   Dictionary of Greek

  • ίκω — ἵκω (Α) έρχομαι, φθάνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Στη λεξιλογική ομάδα τού ἵκω ορισμένοι τ. εμφανίζουν βραχύ ἵ (πρβλ. ικάνω, ικνούμαι), ενώ άλλοι τ. μακρό ῑ (πρβλ. ίκω, ίγμαι). Είναι δυνατόν, λοιπόν, η οικογένεια τού ρ. ἵκω να ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”