ἀρνευτήρ

ἀρνευτήρ

ἀρνευτήρ, ῆρος, ὁ, der Kunstspringer, welcher Bockssprünge macht, den Kopf voran; von ἀρνεύω. Hom. dreimal: ὁ δ' ἄρ' ἀρνευτῆρι ἐοικὼς κάππεσεν, stürzte köpflings herab, wie ein Kunstspringer, Iliad. 12, 385. 16, 742 Od. 12, 413. Vgl. Scholl. u. Apoll. Lex. 43, 17. – Es soll auch der männliche Delphin so heißen, Tummler, s. ἀρνευτής.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • αρνευτήρ — ἀρνευτήρ, ο (Α) 1. ο ακροβάτης 2. ο δύτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αρνευτήρ, σύμφωνα με αρχαία ήδη ετυμολογία της λέξης, ανάγεται στο αρήν, αρνός «πρόβατο», λόγω των κινήσεων των αρνευτήρων («ακροβατών») κατά τις κυβιστήσεις, που έδιναν την εντύπωση ότι… …   Dictionary of Greek

  • ἀρνευτήρ — tumbler masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνευτῆρα — ἀρνευτήρ tumbler masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνευτῆρες — ἀρνευτήρ tumbler masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνευτῆρι — ἀρνευτήρ tumbler masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ere-s-2 (ers-, r̥s-, eres-), and rē̆ s-, rō̆ s- —     ere s 2 (ers , r̥s , eres ), and rē̆ s , rō̆ s     English meaning: to flow     Deutsche Übersetzung: “fließen”; von lebhafter Bewegung ũberhaupt, also “umherirren” and “aufgebracht, aufgeregt sein”     Material: 1. O.Ind. rása ḥ “juice,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”