θοῦρος

θοῦρος

θοῦρος (ϑορεῖν), anstürmend, anspringend; Ἄρης, der im Kriege auf den Feind muthig eindringt, Il 15, 127 u. öfter; Eur. Suppl. 579; Τυφών Aesch. Prom. 354; δόρυ Eur. Rhes. 492; Ap. Rh. 1, 466.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • θούρος — θοῡρος, ον, θηλ. και θοῡρις (Α) 1. ορμητικός, σφοδρός, πολεμικός 2. (στην Ιλ.) επίθετο τού θεού Άρεως. [ΕΤΥΜΟΛ. < *θορ Fος, είτε απευθείας από τον αόρ. θορ είν τού θρώσκω* είτε ως μεταπλασμός θ. σε υ: *θόρ υς (πρβλ. μανός < *μαν F ός,… …   Dictionary of Greek

  • θοῦρος — rushing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θοῦροι — θοῦρος rushing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θοῦρον — θοῦρος rushing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θούριος — Πολεμικό τραγούδι, εμβατήριο. Ονομάζεται και θούριο. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι ο ηρωικός στίχος και η ορμητική μελωδία. Ο θ. αποβλέπει στην αφύπνιση των συνειδήσεων και στην τόνωση του αγωνιστικού πάθους. Στη νεότερη ελληνική ιστορία… …   Dictionary of Greek

  • θούρις — θοῡρις, ιδος, ἡ (Α) θούρος (στον Όμ. πάντοτε με τα ουσ. αλκή, αιγίς, ασπίς) α) «θούριδος ἀλκῆς» τής πολεμικής ορμής, Ομ. Οδ. β) «θοῡρις ἀσπίς» η ασπίδα με την οποία ορμάει κανείς στη μάχη, Ομ. Ιλ. [ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. τού θούρος*] …   Dictionary of Greek

  • θρώσκω — θρῴσκω και θρώσκω (Α) 1. πηδώ 2. (για βέλη) πετώ 3. (για κουκιά ή ρεβίθια κατά το λίχνισμα) πηδώ επάνω, αναπηδώ 4. κινούμαι ξαφνικά εναντίον κάποιου, προσβάλλω, εφορμώ 5. (για νόσο) προσβάλλω 6. τρέχω, ορμώ, σπεύδω 7. οχεύω 8. (η μτχ. αρσ. ως… …   Dictionary of Greek

  • πολύθουρος — ον, Α (για ζώο) αυτό που οχεύει συχνά. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + θοῦρος* «ορμητικός, επιθετικός» (< θρώσκω), πρβλ. αεί θουρος] …   Dictionary of Greek

  • дурной — укр. дурний глупый, сумасшедший , блр. дурны, дурь ж. Родственно лит. su padùrmu бурно, стремительно , padùrmai стремительно , др. прусск. dūrai боязливо , греч. θοῦρος стремительный, напористый , θοῦρις ἀλκή бурная, неистовая сила ; см.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • HAEMUS — I. HAEMUS mons Thessaliam et Thraciam dividens, dictus ab Haemo, Boreae et Orithyiae fil. Huius vertice erat Martis domicilium. Claud. in Cons. Prob. et Olybr. Carm. 1. v. 120. Procubat borrendum Getico Gradivus in Haemo. Illa Statii proculdubio… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αείθουρος — ἀείθουρος, ον (Α) ο αιώνια φιλοπόλεμος, μαχητικός, πολεμοχαρής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεὶ + θοῡρος (= ορμητικός, επιθετικός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”