δῖνος

δῖνος

δῖνος, , 1) = δίνη, Wirbel; αἰϑέριος Ar. Nub. 379; Schwindel, Hippocr, vgl. σκοτοδινία; – eine Art Tanz, Schol. Il. 3, 391. – 2) nach Eust. u. E. M. ein Werkzeug der Drechsler, u. dah. ein großes rundgedrebtes Trinkgefäß, Ar. Vesp. 618, nach dem Schol. ἀγγεῖόν τι κεράμειον οἴνου, στρογγύλον κάτω; vgl. Ath. XI, 467 d, wo δεῖνος steht, Bei den Kyrenäern auch ποδονιπτήρ. – 3) die runde Dreschtenne, Ath. a. a. O., Ael. H. A. 2, 25, wie auch Xen. Oec. 18, 5 für δεινός zu schreiben; denn in den VLL. ist oft δεινέω u. ä. wegen des langen ι geschrieben.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Δῖνος — whirling masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δῖνος — whirling masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίνος — ο (Α δῑνος) ο ψυκτήρας, ο σπειροειδής σωλήνας τού αποστακτικού λέβητα αρχ. 1. δίνη, κυκλική κίνηση 2. στρόβιλος 3. είδος χορού 4. ίλιγγος, ζάλη 5. αλώνι 6. πήλινο αγγείο για κρασί, δείνος 7. τόρνος 8. η περιστροφή την οποία έδωσε ο Νους στον… …   Dictionary of Greek

  • Δῖνοι — δῖνος whirling masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δῖνοι — δῖνος whirling masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δῖνον — δῖνος whirling masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δῖνον — δῖνος whirling masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Dinoflagellate — Dinoflagellates Temporal range: 440–0 Ma …   Wikipedia

  • δινωτός — δινωτός, ή, όν (Α) [δίνος] 1. ο στρογγυλεμένος με τόρνο, ο τορνευμένος 2. σκεπασμένος γύρω γύρω 3. περιστροφικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < δίνος, εφόσον το ρ. δινώ ( όω), του οποίου παράγωγο θα μπορούσε να ήταν, παραδίδεται μεταγενεστέρως. Η λ. δινωτός …   Dictionary of Greek

  • περίδινος — ὁ, ἡ, Α 1. περιπλανώμενος 2. πειρατής («περίδ[ε]ινον πειρατήν», Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + δινος (< δίνη), πρβλ. σκοτό δινος] …   Dictionary of Greek

  • Δίνω — Δί̱νω , δῖνος whirling masc nom/voc/acc dual Δί̱νω , δῖνος whirling masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”