μάχη

μάχη

μάχη, , Schlacht, Gefecht, Kampf; Hom. κυδιάνειρα, Il. 4, 225, δριμεῖα, 15, 696, καὶ φύλοπις, 13, 789, ἠδὲ πτόλεμος, 536, καὶ δηϊοτής, 7, 290, καὶ ἐνοπή, 16, 246, καὶ ἀνδροκτασίαι, 24, 548, καὶ ὑσμῖναι, Od. 11, 612; μάχην ἐμάχοντο, sie schlugen die Schlacht, Il. 15, 414; ϑήσονται περὶ ἄστυ μάχην, anordnen, 24, 402; ὀρνύμεν, ὀτρύνειν, 9, 353. 12, 277, die Schlacht erregen, u. sonst in verschiedenen Vrbdgn. Auch vom Zweikampf, Il. 7, 263. 11, 255, u. so μάχη Αἴαντος, der Zweikampf mit Ajax, 11, 542, wie Hes. Sc. 361; auch allgemein, Streit, Wortstreit, Zank, wie man Il. 1, 177 deutet, αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε. – Oft Pind. u. Tragg.; μάχης ἴδρις, Aesch. Ag. 434, μάχη δορός, 427, μάχην συνάψαι, Pers. 328; φόνοι, στάσεις, ἔρις, μάχαι vrbdt Soph. O. C. 1235; εἰς ἀγῶνα τῷδε συμπεσὼν μάχης, Trach. 20; auch Ἔρως ἀνίκατε μάχαν, Ant. 777; μάχην ποιεῖσϑαι, eine Schlacht liefern, Thuc. u. A.; auch διὰ μάχης ἔρχεσϑαι, Her. 6, 9; u. einfach ὅτε ἡ μάχη ἦν, Plat. Conv. 220 d, μάχης γενομένης, Legg. IX, 869 c; Xen. oft; ἡ ἐν τοῖς ὅπλοις μάχη, Plat. Legg. VIII, 633 d; auch μάχας ἐν λόγοις ποιεῖσϑαι, Tim. 88 a; μάχην νικᾶν, in der Schlacht siegen, Xen. An. 2, 1, 4, wie Dem. 18, 193 κρατῆσαι τὴν μάχην, wo aber Bekker τῇ μάχῃ aus zwei mss. aufgenommen hat. – Bei Xen. An. 2, 2, 6, ἣν (ὁδὸν) ἦλϑον ἐξ Ἐφέσου μέχρι τῆς μάχης, steht es für Schlachtfeld, eigtl. von Ephesus bis zur Schlacht marschirten sie 93 Tagereisen, u. nachher ἀπὸ τῆς μάχης ἐλέγοντο εἰς Βαβυλῶνα εἶναι στάδιοι ἑξήκοντα; s. noch 5, 5, 4.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μάχη — battle fem nom/voc sg (attic epic ionic) μαχάω wish to fight pres imperat act 2nd sg (doric) μαχάω wish to fight pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) μαχάω wish to fight imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) συμμαχέω to be an ally… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχῃ — μάχη battle fem dat sg (attic epic ionic) μάχομαι fight pres subj mp 2nd sg μάχομαι fight pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχη — Σύγκρουση στρατιωτικών τμημάτων· αγώνας για την επίτευξη συγκεκριμένων τακτικών ή και στρατηγικών σκοπών. Οι μ. διακρίνονται σε αμυντικές, επιθετικές, εκ συναντήσεως, σε ανοιχτό πεδίο κ.ά. Αμυντική είναι η μ. όταν ο ένας από τους δύο… …   Dictionary of Greek

  • μάχη — η 1. ένοπλη σύγκρουση δύο στρατών: Ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας πολέμησε στη μάχη των Θερμοπυλών. 2. μτφ., επίμονη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ομάδες: Έγινε μάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους εργαζομένους για τα νέα ασφαλιστικά μέτρα. 3. έντονη… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαχῇ — μάχομαι fight fut ind mid 2nd sg (attic epic ionic) μάχομαι fight pres subj mp 2nd sg (ionic) μάχομαι fight pres ind mp 2nd sg (ionic) μαχάω wish to fight pres subj mp 2nd sg (doric) μαχάω wish to fight pres ind mp 2nd sg (doric) μαχάω wish to… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κούνερσντορφ, μάχη του- — Μάχη που οφείλει την ονομασία της στο ομώνυμο γερμανικό χωριό, που βρίσκεται ανατολικά της Φρανκφούρτης επί του Όντερ. Η μάχη αυτή, που έγινε στις 12 Αυγούστου 1759 μεταξύ των ρωσοαυστριακών δυνάμεων του στρατηγού Σαλτικόφ και του πρωσικού… …   Dictionary of Greek

  • Αετού, μάχη — Μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, που έγινε στο χωριό Καστανιά, στη θέση Αετός, κοντά στην Υπάτη (Μάιος 1821). Τη θέση αυτή κατέλαβαν οι οπλαρχηγοί Γκούρας, Σαφάκας και Σκαλτσάς προκειμένου να επιτεθούν και να κυριεύσουν την Υπάτη, με τελικό σκοπό …   Dictionary of Greek

  • Μυκάλης, μάχη της- — Μάχη η οποία έγινε τον Σεπτέμβριο του 479 π.Χ. μεταξύ Ελλήνων και Περσών στη νότια παραλία της ομώνυμης χερσονήσου της ΝΔ Μικράς Ασίας. Ο περσικός στόλος, ο οποίος ήταν αραγμένος στη Σάμο, όταν έφτασε η είδηση ότι ο ελληνικός στόλος με αρχηγό τον …   Dictionary of Greek

  • Καπορέτο, μάχη του- — Μάχη μεταξύ του ιταλικού στρατού και των συνασπισμένων γερμανικών και αυστροουγγρικών δυνάμεων, κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, που διεξήχθη κοντά στην ομώνυμη πόλη (σημερινό Κόμπαραντ της Σλοβενίας), στις όχθες του ποταμού Ισόνζο. Εκεί τα… …   Dictionary of Greek

  • Μαντζικέρτ, μάχη του- — Μάχη (1071) μεταξύ Βυζαντινών και Σελτζούκων Τούρκων στην αρμενική πόλη του Μ., κοντά στη λίμνη Βαν. Ηγέτης του βυζαντινού στρατου ήταν ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης (1068 1071) και των Τούρκων ο Αλπ Αρσλάν, ο οποίος κατάφερε να τον νικήσει… …   Dictionary of Greek

  • Μάχη του — Σ. Κατά τη διάρκεια του B’ Παγκόσμιου πόλεμου, από τις 16 Ιουλίου μέχρι τις 10 Αυγούστου του 1941 η σοβιετική στρατιά του στρατάρχη Τιμοσένκο, αντιμετώπισε κοντά στο Σ., τη γερμανική στρατιά του στρατάρχη φον Μποκ με σκοπό να καθυστερήσει την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”