βορεάς

βορεάς

βορεάς, άδος, ἡ, Tochter des Boreas, s. Eigenn.; adject. βορεάδας πνοάς Aeschyl. frgm. 181 aus Galen.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Βορέας — Βορέᾱς , Βορέας north wind masc acc pl (epic ionic) Βορέᾱς , Βορέας north wind masc nom sg (doric) Βορέᾱς , Βορέας north wind masc acc pl (ionic) Βορέᾱς , Βορέας north wind masc nom sg (attic epic doric ionic aeolic) Βορέᾱς , Βορέης north… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορεάς — Προσωποποίηση του ανέμου βοριά στην ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται ως γιος του Αστραία (ή του Τυφώνα) και της Ηούς και ισχυρότερος από τους τρεις αδελφούς του, τον Νότο, τον Εύρο και τον Ζέφυρο. Ο Β. συνδέεται στενά με τη Θράκη, τα όρη της και… …   Dictionary of Greek

  • βορέας — βορέᾱς , Βορέας north wind masc acc pl (epic ionic) βορέᾱς , Βορέας north wind masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορέας — Προσωποποίηση του ανέμου βοριά στην ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται ως γιος του Αστραία (ή του Τυφώνα) και της Ηούς και ισχυρότερος από τους τρεις αδελφούς του, τον Νότο, τον Εύρο και τον Ζέφυρο. Ο Β. συνδέεται στενά με τη Θράκη, τα όρη της και… …   Dictionary of Greek

  • Βορέας, Θεόφιλος — (Μαρούσι 1873 – Αθήνα 1954). Φιλόσοφος και ακαδημαϊκός. Διετέλεσε καθηγητής της συστηματικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1912 39 και 1946 49), ιδρυτής του ψυχολογικού εργαστηρίου του πανεπιστημίου (1920) και ακαδημαϊκός (1926). Στη… …   Dictionary of Greek

  • Βορέαις — Βορέας north wind masc dat pl (epic ionic) Βορέᾱͅς , Βορέας north wind masc dat pl (attic) Βορέας north wind masc dat pl (ionic) Βορέης north wind masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορεῶν — Βορέας north wind masc gen pl (epic doric ionic aeolic) Βορέας north wind masc gen pl (ionic) Βορέης north wind masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορρᾶς — Βορέας north wind masc acc pl (attic doric) Βορρᾶ̱ς , Βορέας north wind masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορρᾶς — Βορέας north wind masc acc pl (attic doric) βορρᾶ̱ς , Βορέας north wind masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βορρᾷ — Βορέας north wind masc dat sg (attic doric) Βορρᾷ̱ , Βορέας north wind masc dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορρᾷ — Βορέας north wind masc dat sg (attic doric) βορρᾷ̱ , Βορέας north wind masc dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”