δηθά

δηθά

δηθά, p., lange Zeit; eigentlich neutr. accus. plur. von einem ungebräuchl. ΔΗΘΌΣ oder ΔἬΘΟΣ; verwandt δήν, δηρόν und das Latein. diu, s. Curtius Grundzüge der Griech. Etymol. 2, 145 s. Bei Homer ist δηϑά nicht selten, s. z. B. Odyss. 8, 411 Iliad. 1 5, 512; Aristarchs Metalepsis ist πολὺν χρόνον, s. Scholl. Didym. Iliad. 2, 435. Wenn das α elidirt wird, geht der Accent nicht wie z. B. in ἀλλά ἀλλ' verloren, sondern tritt als Acut auf die vorhergehende Sylbe, δήϑ', s. Odyss. 4, 373. 466 Iliad. 2, 435. 5, 104. Verstärkt δηϑὰ μάλα Iliad. 5, 587. Παραλλήλως mit δολιχόν Iliad. 10, 52, δηϑά τε καὶ δολιχόν; diese Parallelie hielt angeblich Aristarch und wie es scheint auch Aristophanes Byzant. für anstößig, s. das Scholium des Didymus zu der Stelle, welches Friedländer fälschlich dem Aristonicus zuschreibt. – Hes. Th. 623; οὐ μετὰ δηϑά, nicht lange hernach, Ap. Rh. 2, 651; vgl. 3, 1243.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δηθά — επίρρ. (Α) για πολύν καιρό («οὐ μετὰ δηθά» όχι μετά από πολύ καιρό). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. δη τού δην* + επίρρ. κατάληξη θα (πρβλ. ένθα, μίνυνθα κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • δηθά — for a long time epic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήθ' — δηθά , δηθά for a long time epic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • давеча — нареч., диал. даве недавно , укр. давi, др. русск., ст. слав. давѣ когда нибудь, недавно (Супр.), словен. davė сегодня утром , н. луж. dejeto, стар. dajto прежде (из *davě to). Родственно греч. δήν, эл. δά̄ν (из *δά̄ν), δηθά, δηρόν, дор. δΒ̄ρόν …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • ή — (I) και γη (AM ἤ, Μ και γή, Α επικ. τ. ἠέ) Ι. (διαζευκτικός σύνδεσμος) 1. συνδέει δύο ή περισσότερες λέξεις ή προτάσεις τών οποίων οι έννοιες αναιρούν η μία την άλλη (α. «εγώ ή εκείνος» β. «ἐγώ... ἤ ἄλλος Ἀχαιῶν», Ομ. Ιλ.) 2. επαναλαμβανόμενο ή …   Dictionary of Greek

  • δηθάκι — δηθάκι(ς) επίρρ. (Α) [δηθά] για πολύ, συχνά …   Dictionary of Greek

  • δηθύνω — (Α) [δηθά] 1. χρονοτριβώ, καθυστερώ 2. (για ασθένειες) παρατείνομαι 3. «οὔασι δηθύνω» βαριακούω …   Dictionary of Greek

  • διατρίβω — (AM διατρίβω) 1. διαμένω, παραμένω, κατοικώ 2. (για χρόνο) ξοδεύω, σπαταλώ, περνώ την ώρα μου («ὀλίγον δὲ χρόνον διατρίψαντες ἐξερχόμεθα», Ξεν. Ελλ.) 3. (απολ.) χάνω τον καιρό μου, χρονοτριβώ, καθυστερώ («οὐ μὴ διατρίψεις», Αριστφ. Βάτρ.) 4.… …   Dictionary of Greek

  • μίνυνθα — (Α) επίρρ. 1. σε μικρή ποσότητα 2. για λίγο χρόνο («μίνυνθα δὲ γίγνεται ἥβης καρπός», Μίμν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μινυ τού μινύθω* «περικόπτω, ελαττώνω» + κατάλ. θα (πρβλ. δηθά). Το ν τού μίνυ ν θα οφείλεται σε μετρικούς λόγους (βλ. μινύθω)] …   Dictionary of Greek

  • deu-3, deu̯ǝ-, du̯ā-, dū- —     deu 3, deu̯ǝ , du̯ā , dū     English meaning: to move forward, pass     Deutsche Übersetzung: 1. ‘sich räumlich vorwärts bewegen, vordringen, sich entfernen”, out of it Lateer 2. “zeitliche Erstreckung”     Material: O.Ind. dū rá ḥ “remote,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”