μαψίδιος

μαψίδιος

μαψίδιος, auch 2 Endgn, thöricht, leichtsinnig, unbedachtsam; μαψίδιον ἔχει φάτιν, Eur. Hel. 259; Theocr. 25, 188; μαψιδίη κόνις, Agath. 39 (VII, 602). Bei Hom. nur im adv. μαψιδίως, ohne Grund, Od. 7, 310, ohne Plan u. Zweck, 3, 72. 9, 253, frecher Weise, frevelhaft, Il. 5, 374 Od. 14, 365 u. öfter; auch = in den Tag hinein, ohne Ueberlegung, wie μάψ, εἰλαπινάζουσιν πίνουσί τε αἴ. ϑοπα οἶνον, 17, 536.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μαψίδιος — μαψίδιος, ον και μαψίδιος, η, ον (Α) 1. μάταιος, ψευδής («τὸ δ ἐμὸν ὄνομα μαψίδιον... ἔχει φάτιν», Ευρ.) 2. ανωφελής, μηδαμινός, ασήμαντος. επίρρ... μαψιδίως ανόητα, απερίσκεπτα, άσκοπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μάψ (II) + κατάλ. ίδιος (πρβλ. λαθρ ίδιος)] …   Dictionary of Greek

  • μαψίδιος — vain masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαψιδίως — μαψίδιος vain adverbial μαψίδιος vain masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαψίδιον — μαψίδιος vain masc/fem acc sg μαψίδιος vain neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαψιδίοιο — μαψίδιος vain masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαψιδίοις — μαψίδιος vain masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαψιδίων — μαψίδιος vain masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαψιδίῳ — μαψίδιος vain masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαψίδιοι — μαψίδιος vain masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”