προ-ΐστημι

προ-ΐστημι

προ-ΐστημι (s. ἵστημι), vorstellen, an die Spitze stellen, als Anführer zur Vertheidigung voranstellen, τινά, Il. 4, 156; ὃν ἡ πόλις ἀξιοῖ αὑτῆς προϊστάναι, Plat. Lach. 197 d; – τοὺς εὐκινητοτάτους ἑκατέρου τοῠ κέρατος προέστησε, Pol. 1, 33, 7, er stellte sie voran. – Im med. u. in den intrans. tempp. sich vorstellen; προστῆναί τινα, vor Einen, zu ihm herantreten, Soph. El. 1370; τινί, Her. 1, 129; auch geistig, vor die Seele treten, ὥς μιν προστῆναι τοῠτο, 1, 86; häufiger sich an die Spitze stellen, als Vörsteher, Anführer über Etwas gesetzt sein, vorstehen, regieren, verwalten, τινός, Her. 5, 49; οὐκ ὀρϑῶς σεωυτοῠ προέστηκας, nicht recht beherrschest du dich selbst, 2, 173; οἱ προεστῶτες, die Vorgesetzten, Vorsteher, 4, 79; τοῠ δήμου προεστάναι, Thuc. 6, 28. 8, 65 u. öfter. Vgl. noch Plat. οἱ φάσκοντες προεστάναι τῆς πόλεως καὶ ἐπιμελεῖσϑαι, Gorg. 520 a; τῷ προεστῶτι καὶ ἄρχοντι, Rep. IV, 428 e; Folgende überall. Auch sich vor Einen zum Schutze hinstellen, ihn vertheidigen, sich seiner annehmen, τινός, Her. 9, 107; τὸν προστάντα τῆς εἰρήνης, Aesch. 2, 161; φίλων, Plut. Dio 26; φίλοι, πρόστητ' ἀναγκαίας τύχης, Soph. Ai. 790, helfet gegen (aber ὣ τοῖσιν ἐχϑροῖς προὐστήτην φόνου ist = den Mord bereiten, El. 968; u. Ai. 1112, ἦ σοὶ γὰρ Αἴας πολέμιος προὔστη ποτέ, ist es = stand dir feindlich gegenüber); vgl. Eur. Androm. 221. – Das pass. προσταϑέντα = προστάντα, Soph. O. R. 206. – Das med. auch im praes. u. aor. vor sich hinstellen, z. B. σκίπωνα, Her. 4, 172; für sich zum Vorsteher machen, προστησώμεϑα Τύρταιον Plat. Legg. I, 629 a, u. Sp., wie Luc. Pisc. 23; προΐστασϑαι τέχνης, Ath. XIII, 612 a, einer Kunst vorstehen, sie betreiben; προέστασαν τῆς ἐναντίας γνώμης, Pol. 5, 5, 8, sie standen an der Spitze der Meinung, vertraten diese, προΐσταται τουτονὶ αὑτῆς, sie macht diesen zu ihrem Vormunde, Dem. 59, 38; dah. vorziehen, Plat. Rep. VII, 531 b; aber προστησάμενος τούτους, Dem. 46, 9, ist = nachdem er diese hat vor sich hintreten lassen, sich hinter sie gesteckt hat, also vorschieben; daher auch vorschützen, τὸ τῶν Ἀμφικτυόνων δόγμα προστησάμενοι, 5, 19; τοῠ ἀγῶνος τὴν πρὸς ἐμὲ ἔχϑραν προΐσταται, 18, 15, u. sonst; προΐστασϑαι ἀτυχίαν τῆς κακουργίας, Antiph. 2 γ 1.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ίστημι — ἵστημι (ΑΜ) 1. τοποθετώ όρθιο κάτι, στήνω («ἔγχος μέν ῥ ἔστησε φέρων πρὸς κίονα» Ομ. Ιλ.) 2. (για ανδριάντες, οικοδομές, τρόπαια) ιδρύω, εγείρω («ἔστησε τρόπαια») μσν. (το μέσ.) ἵσταμαι 1. είμαι όρθιος, στέκομαι 2. (για οικοδομήματα) υψώνομαι,… …   Dictionary of Greek

  • πίφρημι — Α (αμάρτυρος τ. ενεστ.) 1. (μτβ.) εισάγω ή εξάγω κάτι 2. (αμτβ.) εισέρχομαι ή εξέρχομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. απαντά συνήθως στον αόρ. και μέλλ., σπανίως στον ενεστ. (πρβλ. απρμφ. πιφράναι, ἐσ πιφράναι) και πάντοτε σύνθ. με προθέσεις: εἰς, ἐκ, διά, ἀπὸ …   Dictionary of Greek

  • Accentuation Du Grec Ancien — L accentuation du grec ancien distingue trois accents : aigu (´), grave ( ) et circonflexe (῀) ; ils indiquent une élévation de la voix au niveau de la voyelle frappée par l accent. L accent aigu peut être porté par une voyelle brève ou …   Wikipédia en Français

  • Accentuation du grec — ancien L accentuation du grec ancien distingue trois accents : aigu (´), grave ( ) et circonflexe (῀) ; ils indiquent une élévation de la voix au niveau de la voyelle frappée par l accent. L accent aigu peut être porté par une voyelle… …   Wikipédia en Français

  • Accentuation du grec ancien — L accentuation du grec ancien distingue trois accents : aigu (´), grave ( ) et circonflexe (῀) ; ils indiquent une élévation de la voix au niveau de la voyelle frappée par l accent. L accent aigu peut être porté par une voyelle brève ou …   Wikipédia en Français

  • διστάζω — (AM διστάζω) δεν αποφασίζω με ευκολία, έχω επιφυλάξεις, ταλαντεύομαι μσν. νεοελλ. δεν αποφασίζω κάτι νεοελλ. φρ. «δεν διστάζει προ ουδενός» είναι αδίστακτος, δεν έχει κανένα ηθικό φραγμό αρχ. (παθ. μτχ.) δισταζόμενος, η, ον αμφίβολος, αβέβαιος.… …   Dictionary of Greek

  • προμνηστίνοι — αι, οἱ, αἱ, ΜΑ (επικ. τ.) 1. οι αλλεπάλληλοι 2. (κατά τον Ησύχ.) «προμνηστῑναι ἐπὶ μίαν ἀπὸ τοῡ προσμένειν» 3. (κατά το λεξ. Σούδα) «προμνηστῑνοι κατὰ τάξιν, ἐφεξῆς». [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. έχει σχηματιστεί από αμάρτυρο τ …   Dictionary of Greek

  • πρόσταμα — Πόλη της Μικράς Ασίας στην αρχαιότητα. Ταυτίζεται με τη σημερινή τουρκική κωμόπολη Εργεντίρ, που είναι χτισμένη στις όχθες της ομώνυμης λίμνης. * * * Α (κατά τον Ησύχ.) «κοιτών». [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + στα (< θ. τού ρ. ἵστημι, πρβλ. ἵ στα μεν)… …   Dictionary of Greek

  • στάδιο — Χώρος οργανωμένος για τη διεξαγωγή αθλητικών αγώνων με την παρουσία θεατών. Ο όρος στάδιο προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και σημαίνει την απόσταση των αγώνων δρόμου. Αργότερα, στην αρχαία πάντοτε Ελλάδα, σήμαινε μια μονάδα μέτρησης αποστάσεων… …   Dictionary of Greek

  • στοά — Κτίριο ή χώρος μιας μεγαλύτερης οικοδομής, ανοιχτό προς το εξωτερικό και διαρρυθμισμένο στην εξωτερική του όψη, από μία ή περισσότερες κιονοστοιχίες. Πρόκειται συνήθως για χώρο ανοιχτό στο κοινό για συναντήσεις, συναθροίσεις ή και για την πώληση… …   Dictionary of Greek

  • τίθημι — ΝΜΑ (μέσ. παθ.) τίθεμαι τοποθετούμαι νεοελλ. (κυρίως σε φρ.) α) «τίθεμαι επικεφαλής» i) μπαίνω πρώτος στη σειρά ii) μτφ. γίνομαι αρχηγός, προΐσταμαι β) «τίθεμαι επί ποδός» δραστηριοποιούμαι, κινητοποιούμαι γ) «τίθεμαι επί το έργον» καταπιάνομαι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”