φθειριστικός

φθειριστικός

φθειριστικός, Läuse suchend; ἡ φϑειριστική, sc. τέχνη, die Kunst, Läuse zu fangen, Plat. Soph. 227 b.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • φθειριστικός — ή, όν, Α [φθειρίζω] 1. αυτός που αναζητεί ψείρες 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ φθειριστική (ενν. τέχνη) η τέχνη τής αναζήτησης και τής εξόντωσης τών ψειρών …   Dictionary of Greek

  • φθειριστικῆς — φθειριστικός seeking lice fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”